Οι εκδόσεις μας

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΜΠΙΘΑΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ

 Η Οικονομική του Περιβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων αποτε-
λεί έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της Οικονομικής Επιστή-
μης τα τελευταία χρόνια. Είναι δε ο κλάδος που εκτός από την
οικονομική ανάλυση των περιβαλλοντικών προβλημάτων ξαναδιατυ-
πώνει θεμελιώδη ερωτήματα που άπτονται της Πολιτικής Οικονομίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, το παρόν βιβλίο παρουσιάζει μια συστηματική
θεώρηση των βασικών αρχών και αναλύσεων της Οικονομικής του Πε-
ριβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων. Η θεώρηση αυτή είναι κατάλ-
ληλη τόσο για οικονομολόγους όσο και για περιβαλλοντικούς
επιστήμονες (βιολόγους, οικολόγους, μηχανικούς περιβάλλοντος κ.ά),
καθώς δεν προϋποθέτει την απόλυτα συστηματική γνώση της οικονο-
μικής θεωρίας. Επίσης, εντός των πλαισίων που επιτρέπει ένα εισαγω-
γικό εγχειρίδιο, το παρόν βιβλίο επιχειρεί την παρουσίαση εναλ λακτικών
προσεγγίσεων που επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό την εξέλιξη της επι-
στημονικής έρευνας.

 ISBN: 978-960-87384-5-4

Copyright © 2011

Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο
Αστικού Περιβάλλοντος και Ανθρώπινου Δυναμικού
Πάντειο Πανεπιστήμιο
Αριστοτέλους 14, 17671, Καλλιθέα
Τηλ.: 210-9247450, 210-9249883 – Fax:210-9248781

Φώτο εξώφύλλου:

Τάκης Λεοντίδης
site: www.flickr.com/photos/takisleontidis
email:  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σελιδοποίηση:

Μπακογιάννη Αθ. Ασπασία
Νικηταρά 3, 10678 Αθήνα,
Τηλ.: 210-3826502, e-mail:  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Εκτύπωση-Βιβλιοδεσία:

Αφοί Ν. ΠΑΠΠΑ & ΣΙΑ Α.Ε.Β.Ε.
Ν. Πλαστήρα 256, 135 62 Άγ. Ανάργυροι
Τηλ.: 210-2632530, Fax: 210-2618940
e-mail:  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Εισαγωγή

ΜΕΡΟΣ Α: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

1 Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ

1.1. Η Οικονομική Επιστήμη
1.2. Η Οικονομική του Περιβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων
1.2.1. Η παραδοσιακή θεώρηση της σχέσης Περιβάλλοντος και Οικονομίας
1.2.2. Το αντικείμενο της οικονομικής του Περιβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων
1.2.4. Τα πεδία της Οικονομικής του Περιβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων
1.3. Η Οικονομική του Περιβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων στον σχεδιασμό της περιβαλλοντικής πολιτικής
1.4. Τα περιεχόμενα της Οικονομικής του Περιβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων

2 Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΠΟΤIΜΗΣΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕIΩΝ

2.1. Εισαγωγική Θεώρηση
2.2. Οι φορείς της οικονομικής αποτίμησης των περιβαλλοντικών στοιχείων
2.3. Οι Κατηγορίες της Περιβαλλοντικής Ευημερίας
2.4. Το μεθοδολογικό πλαίσιο της εκτίμησης της οικονομικής αξίας των περιβαλλοντικών στοιχείων
2.5. Οι Μέθοδοι Αποτίμησης της οικονομικής αξίας του περιβάλλοντος
2.5.1. Η μέθοδος του ταξιδιωτικού κόστους
2.5.2. Η μέθοδος του κόστους παραγωγής
2.5.3. Η μέθοδος της έμμεσης τιμολόγησης (the hedonic pricing method)
2.5.4. Η μέθοδος της υποθετικής αγοράς (contingent valuation method)
2.5.5. Η μέθοδος της Διαμόρφωσης Επιλογών (Choice modeling)
2.5.6. Η κριτική προς την οικονομική αποτίμηση - τιμολόγηση των περιβαλλοντικών στοιχείων
2.6. Επίλογος

3 ΤΟ ΑΡΙΣΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΡΥΠΑΝΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

3.1. Εισαγωγική θεώρηση
3.2. Ο καθορισμός του αρίστου επιπέδου όχλησης και προστασίας
3.3. Ο καθορισμός της άριστης προστασίας μέσω της άριστης εξωτερικής επίδρασης
3.4. Καθορισμός του άριστου επιπέδου όχλησης και προστασίας υπό την παρουσία τεχνολογιών αντιρρύπανσης
3.5. Ένας επιπλέον τρόπος για τον καθορισμό της άριστης ρύπανσης και της άριστης προστασίας
3.6 Συμπεράσματα

4 Η ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΥ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

4.1 Εισαγωγική θεώρηση της περιβαλλοντικής πολιτικής
4.2 Η επίτευξη του άριστου μέσω της λειτουργίας της αγοράς
4.3 Συνθήκες αποτρεπτικές για τη λειτουργία της αγοράς
4.3.1. Το κόστος λειτουργίας της αγοράς
4.3.2. Οι δυσκολίες στις διαπραγματεύσεις
4.4 Το ζήτημα της μη κυρτότητας
4.5 Συμπεράσματα

5 ΤΑ ΑΜΙΓΩΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΑΣΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

5.1 Εισαγωγική θεώρηση
5.2. Το σύστημα των φόρων επί της όχλησης-ρύπανσης
5.2.1. Η επίτευξη του άριστου μέσω της φορολογίας
5.2.2. Το σύστημα των φόρων όταν ο στόχος διαφέρει του άριστου επιπέδου ρύπανσης
5.2.3 Η Αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»
5.3. Η επίτευξη του αρίστου επιπέδου προστασίας μέσω των επιδοτήσεων

6 ΤΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

6.1. Εισαγωγική θεώρηση
6.2. Το σύστημα των προδιαγραφών (standards) - απαγορεύσεων
6.3. Η κριτική στο σύστημα των προδιαγραφών- απαγορεύσεων
6.4. Η σύγκριση των προδιαγραφών με τους φόρους και τις εμπορεύσιμες άδειες ρύπανσης
6.4.1 Σύγκριση ως προς την ώθηση για έρευνα και εφαρμογή αντιρρυπαντικής τεχνολογίας
6.4.2 Η σύγκριση φόρων και προδιαγραφών ως προς την οικονομική αποδοτικότητά τους, υπό την ύπαρξη πολλαπλών πηγών ρύπανσης
6.4.3 Οι εμπορεύσιμες άδειες και το κόστος περιορισμού της ρύπανσης

ΜΕΡΟΣ Β: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ

7 ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ

7.1. Ο Ρόλος των φυσικών πόρων
7.2. Είδη Φυσικών Πόρων
7.3. Στατική και Δυναμική Κατανομή των Φυσικών Πόρων
7.4. Θεσμικό Πλαίσιο και Ιδιοκτησιακά Συστήματα επί των Φυσικών Πόρων
7.5. Στατική, Συγκριτική Στατική και Δυναμική Ανάλυση

8 ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΜΗ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ

8.1. Εισαγωγή
8.2. Στατική αποτελεσματική χρήση μη ανανεώσιμων πόρων
8.2.1. Μηδενικό Κόστος Εξόρυξης
8.2.2. Σταθερό οριακό κόστος «εξόρυξης»
8.2.3 .Αυξανόμενο οριακό κόστος εξόρυξης
8.3. Άριστη Δυναμική Κατανομή
8.3.1. Δυναμική κατανομή μη ανανεώσιμου πόρου με μηδενικό κόστος εξόρυξης
8.3.2. Δυναμική κατανομή μη ανανεώσιμου πόρου με σταθερό κόστος εξόρυξης
8.4. Επέκταση της ανάλυσης σε Ν περιόδους
8.4.1. Η περίπτωση του μηδενικού κόστους εξόρυξης
8.4.2. Η περίπτωση του αυξανόμενου κόστους εξόρυξης
8.5. Συμπεράσματα

9 ΑΡΙΣΤΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΕξΑΝΤΛΗΣΙΜΩΝ ΠΟΡΩΝ

9.1. Εισαγωγή
9.2. Στατική Ανάλυση – Υπόδειγμα Gordon
9.3. Η άριστη χρήση και ο πληθυσμός
9.4. Δυναμική Απόσπαση

10 Η ΑΘΡΟΙΣΤΙΚΗ ΣΠΑΝΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ

10.1. Εισαγωγή
10.2. O Τ.Μalthus και η σπανιότητα των πόρων σε σχέση με τον πληθυσμό
10.3. Οι προσεγγίσεις της μηδενικής μεγέθυνσης
10.3.1. J.St.Mill (1806-1873)
10.3.2. Η προσέγγιση των φυσικών ορίων της μεγέθυνσης (the limits to growth)
10.3.3. Η οικονομία της μηδενικής μεγέθυνσης (The steady state economy)
10.4. Η Εντροπική σπανιότητα και η προσέγγιση του N. Georgescu-Roegen
10.5. Επίλογος

11 Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ χΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΥΔΑΤΙΝΩΝ ΠΟΡΩΝ

11.1. Εισαγωγή
11.2. Η σπανιότητα των υδάτινων πόρων
11.3. Η αποδοτική - άριστη χρήση των υδάτινων πόρων
11.4. Το θεσμικό πλαίσιο για την άριστη κατανομή
11.5. Η κοστολόγηση της χρήσης των υδάτινων πόρων
11.6. Η ύπαρξη εξωτερικοτήτων κατά την χρήση του νερού
11.7. Σύγχρονες πολιτικές χρήσης υδατίνων πόρων
11.8. Η ευρωπαϊκή οδηγία για την διαχείριση των υδατίνων πόρων

12 ΤΟ ζΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΑΝΑΠΤΥξΗΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

12.1. Εισαγωγή στην Βιώσιμη Ανάπτυξη
12.2. Η σχολή της «ασθενούς» βιωσιμότητας
12.3. Η σχολή της ισχυρής βιωσιμότητας
12.4. Η προσέγγιση του Κρίσιμου Φυσικού Κεφαλαίου (Critical Natural Capital)
12.5. Η προσέγγιση της διαφύλαξης των Κρίσιμων Βιολογικών Ορίων (Biological Crucial Levels)

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΒΑΣΙΚΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

«Ας μη συμπεραίνουμε τυχαία για τα μέγιστα πράγματα»

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ, Περί Φύσεως, 113 (47)

Μτφρ. Ε. Ρούσσος (Εκδ. Παπαδήμα)

Ο διασημότερος οικονομολόγος του 20ού αιώνα, ο καθηγητής JohnMaynard Keynes
(1883-1946), σημείωνε με την οξυδέρκεια πού τον διέκρινε ότι «η οικονομική
θεωρία είναι μέθοδος και όχι δόγμα, ένα όργανο μυαλού, ένας τρόπος σκέψης, πού
βοηθά αυτόν που τον γνωρίζει να βγάζει σωστά συμπεράσματα». Λαμβάνοντας
υπόψη αυτήν την θέση προσέγγιζα πάντα την οικονομική επιστήμη.
Η οικονομική επιστήμη δεν θα πρέπει να οδηγεί σε συγκεκριμένες συνταγές που
εφαρμόζονται σε δεδομένα ζητήματα. Η κοινωνία και η οικονομία αποτελούν δυ-
ναμικές οντότητες που αλλάζουν ταχύτατα στο χρόνο και επιπλέον διαφοροποιούν-
ται στο χώρο. Στο πλαίσιο αυτό, η οικονομική επιστήμη θα πρέπει να συνίσταται σε
μια μεθοδολογία που να επιτρέπει τη διαπίστωση και ανάλυση των ειδικών χαρα-
κτηριστικών και ιδιοτήτων μιας κοινωνίας και οικονομίας. Η οικονομική επιστήμη
θα πρέπει να μπορεί να συλλάβει και να εξετάσει διαφορετικές καταστάσεις και δια-
φορετικά προβλήματα. χρειάζεται έτσι η οικονομική επιστήμη μια μέθοδο ανάλυ-
σης, ένα μεθοδολογικό πλαίσιο, που να προσαρμόζεται στις εκάστοτε συνθήκες.
Με αυτόν τον στόχο σχεδιάστηκε το παρόν βιβλίο. Ειδικότερα, προσπαθεί να
προσεγγίσει την οικονομική του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων μέσω πα-
ρουσίασης ενός μεθοδολογικού πλαισίου ανάλυσης των ζητημάτων του περιβαλ-
λοντικού προβλήματος και της σπανιότητας των φυσικών πόρων. Το μεθοδολογικό
αυτό πλαίσιο δύναται να εφαρμοσθεί σε διάφορα περιβαλλοντικά προβλήματα και
ζητήματα κατανομής και η επιτυχία στην εκάστοτε ανάλυση θα εξαρτάται από την
ικανότητα του εκάστοτε επιστήμονα να συλλάβει τα κύρια χαρακτηριστικά του προ-
βλήματος και να το χειριστεί κατάλληλα. Αυτή την ικανότητα επιθυμεί να καλλιερ-
γήσει το παρόν βιβλίο. για τον λόγο αυτό είναι κατάλληλα δομημένο.
Το παρόν εγχειρίδιο δεν υιοθετεί την άποψη ότι η οικονομική του περιβάλλον-
τος συνίσταται στην εφαρμογή των μεθόδων της οικονομικής επιστήμης στα περι-
βαλλοντικά προβλήματα, αλλά προσπαθεί να καλλιεργήσει την ικανότητα των σπου-
δαστών να αναγνωρίζουν την φυσιολογία των περιβαλλοντικών προβλημάτων και
να διερευνούν πως αυτά αλληλεπιδρούν με την οικονομική διαδικασία. Σε κάθε πε-
ρίπτωση, τόσο το περιβαλλοντικό πρόβλημα όσο η σπανιότητα των φυσικών πόρων
θεωρούνται παράγοντες που επιδρούν στην κοινωνική ευημερία και σαν τέτοια ανα-
λύεται.
Τα ζητήματα της οικονομικής του περιβάλλοντος διαπραγματεύονται μέσω μιας
αξιωματικής διάθρωσης που πρότυπό της έχει αυτή των θεωρητικών επιστημών και
ειδικότερα της Ευκλείδειας γεωμετρίας. Με βάση κάποιες θεμελιώδεις αρχές θα
προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τα διάφορα προβλήματα του περιβάλλοντος, χωρίς
κάθε φορά να υιοθετούμε εκ θεμελίων νέες αρχές και έτσι να οδηγούμαστε σε μια
αποσπασματική θεώρηση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. χωρίς να προτεί-
νουμε, για παράδειγμα, ξεχωριστά μεθοδολογικά πλαίσια για την κατανομή του νε-
ρού, για την προστασία των δασών, για την προστασία της ατμόσφαιρας και άλλα
περιβαλλοντικά ζητήματα, αλλά δημιουργώντας ένα ευρύ μεθοδολογικό πλαίσιο,
που θα προσαρμόζεται στα χαρακτηριστικά κάθε προβλήματος, θα αναδεικνύει την
κατάλληλη μέθοδο και θα αποτελεί τη βάση κάθε ειδικότερης ανάλυσης, θα δομή-
σουμε την οικονομική ανάλυση των περιβαλλοντικών προβλημάτων και των ζητη-
μάτων κατανομής των φυσικών πόρων.
Η προσέγγιση που ακολουθούμε ενδέχεται να είναι αρχικά πιο δύσκολη για τον
σύγχρονο σπουδαστή. Ο σύγχρονος σπουδαστής, μάλλον λόγω της πίεσης των συν-
θηκών της αγοράς εργασίας και της προσαρμογής της διδασκαλίας σε αυτή την
πίεση, συνήθως προσεγγίσει τα ζητήματα αποσπασματικά. Προτιμά να έχει σχεδόν
έτοιμες αναλύσεις για δεδομένα προβλήματα. Με αυτή την πρακτική ο σύγχρονος
σπουδαστής, και αυριανός επιστήμονας, προσιδιάζει στα χαρακτηριστικά των αρ-
χαίων Αιγυπτίων τοπογράφων. Κύριο καθήκον αυτών ήταν να επανακαθορίζουν τα
σύνορα των ιδιοκτησιών γης κάθε φορά που ο Νείλος πλημμύριζε την περιοχή. Το
καθήκον αυτό με αξιοσημείωτες μεθόδους το εκτελούσαν με αξιοπιστία. Τι θα γι-
νόταν όμως εάν παίρναμε έναν από αυτούς και τον καλούσαμε να πράξει το ίδιο κα-
θήκον σε μια άλλη περιοχή, σε ένα άλλο ποτάμι; χάνοντας τα προκαθορισμένα,
στην περιοχή του Νείλου, σημάδια που χρησιμοποιούσε δεν θα κατάφερνε να έχει
αποτελέσματα στην νέα περιοχή. Το καθήκον αυτό όμως μπορεί να εκτελέσει με ευ-
κολία ένας γεωμέτρης τοπογράφος. Το μεθοδολογικό πλαίσιο της Ευκλείδειας γε-
ωμετρίας του επιτρέπει την εφαρμογή της σε κάθε πιθανό χώρο. Στην προκειμένη
περίπτωση, μια ανάλυση που βασίζεται στις ιδιότητες των όμοιων τριγώνων θα τον
οδηγούσαν να καθορίσει τις ιδιοκτησίες γης σε κάθε πιθανή περιοχή. Ο τελευταίος
είναι επιστήμονας με την ουσιαστική έννοια του όρου. Προς το πρότυπο ενός τέ-
τοιου επιστήμονα φιλοδοξεί να εκπαιδεύσει τον σπουδαστή το παρόν βιβλίο.
Το βιβλίο εμπεριέχει και μια ιδιαιτερότητα. Αποδίδει μερικά φαινόμενα που σχε-
τίζονται με το περιβαλλοντικό ζήτημα με διαφορετική ορολογία από αυτήν που έχει,
σε μεγάλο βαθμό, καθιερωθεί στην οικονομική του περιβάλλοντος. Ο λόγος είναι ότι
η προτεινόμενη ορολογία αποδίδει πιστότερα τη φυσιολογία των σχετικών προ-
βλημάτων. Μια ορολογία που δεν απεικονίζει την πραγματικότητα οδηγεί, σε μερι-
κές περιπτώσεις, σε σοβαρές παρανοήσεις οι οποίες ενίοτε έχουν και ιδεολογικά κί-
νητρα. Ως τέτοιο παράδειγμα της διαφορετικής ορολογίας του παρόντος εγχειριδίου
μπορεί να αναφερθεί η χρήση του όρου «όχληση» προς απόδοση των επιπτώσεων
που έχουν οι διάφορες δραστηριότητες στο φυσικό περιβάλλον. Ο όρος «όχληση»
χρησιμοποιείται εδώ αντί του ευρέως χρησιμοποιούμενου όρου «ρύπανση». Ο όρος
«ρύπανση» σηματοδοτεί καταστάσεις που σε κάποιον βαθμό είναι διακριτές λόγω
της σοβαρότητας των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Έτσι ουσιαστικά περιορίζει το
πεδίο της ανάλυσης σε φαινόμενα με σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Αυτό
οδηγεί σε αγνόηση της πραγματικότητας, όπου, όπως προκύπτει από τους νόμους της
θερμοδυναμικής, κάθε ενέργεια έχει αμετάκλητες επιπτώσεις στο περιβάλλον. Άρα
κάθε ενέργεια προκαλεί σε κάποιο βαθμό όχληση στο φυσικό περιβάλλον. Αυτή την
όχληση πρέπει να τη λάβομε υπόψη και να την αξιολογήσομε, σε καμία δε περί-
πτωση δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε σε μια ανάλυση περί την κοινωνική ευη-
μερία. Με αυτά τα δεδομένα ο όρος όχληση προτείνεται ως ένας ευρύτερος όρος,
που έτσι εμπεριέχει, και τα φαινόμενα της ρύπανσης.
Το παρόν εγχειρίδιο της Οικονομίας του Περιβάλλοντος απευθύνεται τόσο σε
σπουδαστές της οικονομικής επιστήμης όσο και σε σπουδαστές των επιστημών του
περιβάλλοντος που διδάσκονται ή απλά ενδιαφέρονται για τα ζητήματα της Οικο-
νομικής του Περιβάλλοντος. Είναι διαφορετική η υποδομή των δύο ομάδων των
σπουδαστών και ως εκ τούτου χρειάζονται διαφορετική προσέγγιση στην αντιμε-
τώπιση της Οικονομικής του Περιβάλλοντος. Το παρόν βιβλίο προσπαθεί να καλύ-
ψει και τις δύο προσεγγίσεις κατά συστηματικό τρόπο. Σημαντική βοήθεια για την
εκπλήρωση του στόχου αυτού ήταν η διδακτική μου εμπειρία στο Τμήμα Περιβαλ-
λοντικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Αιγαίου και στο Τμήμα Οικονομικής και
Περιφερειακής Ανάπτυξης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τα δύο αυτά τμήματα είναι
αντιπροσωπευτικά των δύο κατευθύνσεων. Προσπάθησα συστηματικά να καλύψω
τις αντίστοιχες ανάγκες. Σημαντική ήταν η συμβολή των φοιτητών για την εκπλή-
ρωση αυτού του στόχου. Με τις συστηματικές παρατηρήσεις τους με οδήγησαν στην
αποσαφήνιση πολύπλοκων αναλύσεων και στην κάλυψη σημαντικού αριθμού ζη-
τημάτων. Μερικές φορές ήταν πιο δύσκολο να απαντάω σε φαινομενικά απλές ερω-
τήσεις των φοιτητών από το να αντιμετωπίζω την κριτική θεώρηση των συναδέλφων
μου σε διεθνή συνέδρια όπου τύχαινε να παρουσιάσω κάποια εργασία μου. Είμαι
υποχρεωμένος λοιπόν να τους ευχαριστήσω για τα κίνητρα που συστηματικά μου
παρείχαν. Τέλος, ελπίζω το βιβλίο αυτό να αποδειχθεί χρήσιμο γενικότερα στους
φοιτητές και μελετητές, τα «κίνητρα» από τους οποίους είναι πάντα καλοδεχούμενα
στο προσωπικό μου ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην ακόλουθη διεύθυνση: kbithas@
panteion.gr.
Το βιβλίο αποτελείται από τρία επιμέρους μέρη. Το πρώτο μέρος συνίσταται στην
αποκαλούμενη Οικονομική του Περιβάλλοντος η οποία διαπραγματεύεται την οι-
κονομική ανάλυση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Το δεύτερο μέρος αφορά την
οικονομική των φυσικών πόρων όπου το ζητούμενο είναι η κατανομή της χρήσης
των φυσικών πόρων. Τέλος, το τρίτο μέρος φιλοδοξεί να παρουσιάσει κάποια από
τα σύγχρονα ζητήματα της Οικονομικής του Περιβάλλοντος. Προσωρινά το παρόν
εγχειρίδιο παρουσιάζει το ζήτημα της περιβαλλοντικά βιώσιμης οικονομικής ανά-
πτυξης. Επόμενες εκδόσεις θα εμπεριέχουν και άλλα κρίσιμα ειδικά ζητήματα.
Εκφράζω τις θερμές ευχαριστίες μου, για την ουσιαστική βοήθεια που πρόσφε-
ραν για τη δημιουργία αυτού του βιβλίου, στους συνεργάτες μου στον κ. Βασίλη
Μαρκαντώνη, στην κ. Μαρία Μπαντή, τον κ. Εφορακόπουλο γεώργιο και κ. Αν-
τώνη Κολημενάκη, και κ. γεωργία Μαυρομμάτη. Τέλος, ευχαριστώ τον εξαιρετικό
φιλόλογο και θείο μου κ. Αθανάσιο Παπανικολάου για τη γλωσσολογική επιμέλεια
του παρόντος.

Κων/νος Π. Μπίθας

Αθήνα Φλεβάρης 2011

Κεφάλαιο 1 

Η Οικονομική του Περιβάλλοντος
και των Φυσικών Πόρων


«Δεν καταλαβαίνουν πως αμόνοιαστο με τον εαυτό του
μονιάζει? παλίντονη συναρμογή όπως του τόξου και της λύρας»
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ, Περί Φύσεως, 27 (51)

«Ψυχρά θερμαίνονται, θερμά ψύχονται, υγρά ξεραίνονται, ξερά νοτίζουν»
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ, Περί Φύσεως, 42 (126)

1.1. Η Οικονομική Επιστήμη

Η οικονομική επιστήμη αποτελεί κλάδο της ηθικής φιλοσοφίας ο οποίος δια-
πραγματεύεται την δράση των ατόμων και των κοινωνιών, που έχουν στόχο την
ικανοποίηση των αναγκών των ατόμων και ειδικότερα εκείνων των αναγκών των
οποίων η ικανοποίηση συνδέεται με τη χρήση αγαθών που ανταλλάσσονται σε
οποιαδήποτε μορφής αγορά.
Η οικονομική επιστήμη πέρασε από διάφορα στάδια και το κυρίαρχο ζήτημα
που διαπραγματεύονταν σε κάθε ένα από αυτά τα στάδια διέφερε σημαντικά. Σή-
μερα θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι η οικονομική επιστήμη ασχολείται κυρίως
με την κατανομή των σπάνιων πόρων, που είναι στην διάθεση των ανθρώπων, έτσι
ώστε να μεγιστοποιείται η ευημερία που προκύπτει από τη χρήση των πόρων.
Πράγματι οι φυσικοί, εργασιακοί και κεφαλαιουχικοί πόροι που υπάρχουν εί-
ναι λιγότεροι από αυτούς που απαιτούνται για την ικανοποίηση των ανθρώπινων
αναγκών, οι οποίες φαίνεται να είναι πάρα πολλές. Μερικοί εκ των θεμελιωτών
της οικονομικής επιστήμης (A. Smith κ.ά.) μάλιστα ισχυρίζονται ότι οι ανθρώπι-
νες ανάγκες τείνουν στο άπειρο και έτσι οι διαθέσιμοι πόροι είναι εξορισμού σπά-
νιοι, διότι δεν επαρκούν να καλύψουν τις άπειρες ανάγκες. Άπειρες ή όχι, οι αν-
θρώπινες ανάγκες με βεβαιότητα ξεπερνούν τα διαθέσιμα κάποιων σημαντικών
πόρων, οι οποίοι έτσι χαρακτηρίζονται σπάνιοι. Το ζήτημα που προκύπτει, υπό αυ-
τές τις συνθήκες, είναι πως θα μοιραστούν και πως θα χρησιμοποιηθούν αυτοί οι
πόροι για να ικανοποιήσουν περισσότερες κατά το δυνατόν ανάγκες. Θα πρέπει
λοιπόν να απαντηθούν τα ακόλουθα ερωτήματα:
– Τι θα παραχθεί; (ποια προϊόντα-αγαθά;)
– Πόσο θα παραχθεί από το κάθε προϊόν;
– Πώς θα μοιρασθούν τα παραχθέντα προϊόντα στα μέλη της κοινωνίας;
Τα ζητήματα αυτά εξετάζει συστηματικά η σύγχρονη οικονομική επιστήμη, συ-
νήθως υπό τον τίτλο της Μικροοικονομικής και της Μακροοικονομικής θεωρίας.
Πέραν αυτών των βασικών ζητημάτων, η οικονομική επιστήμη διαπραγμα-
τεύεται και κάποια ειδικότερα ζητήματα, τα οποία συνιστούν και ειδικούς κλάδους
της οικονομικής θεωρίας. Προεξέχον ειδικό ζήτημα είναι αυτό της Οικονομικής
Ανάπτυξης. Ο ειδικός κλάδος της Οικονομικής Ανάπτυξης εξετάζει τις δυνατότη-
τες αύξησης των σπάνιων πόρων και των αποδοτικότερων συνδυασμών αυτών έτσι
ώστε να αυξηθούν και να βελτιωθούν τα τελικά προϊόντα που παράγονται, με απο-
τέλεσμα την αύξηση της ευημερίας των ατόμων και της κοινωνίας. Η οικονομική
ανάπτυξη συντελείται κυρίως μέσω θεσμικών, τεχνικών, οργανωτικών και πολιτι-
κών εξελίξεων που επιδρούν στην παραγωγική διαδικασία. Τις εξελίξεις αυτές και
τις επιπτώσεις στην παραγωγή και την ευημερία εξετάζει συστηματικά ο κλάδος
της Οικονομικής Ανάπτυξης. Άλλος ειδικός κλάδος της οικονομικής είναι η Δη-
μόσια Οικονομική. Η Δημόσια Οικονομική μελετά τον ρόλο του κράτους στην οι-
κονομική διαδικασία και ειδικότερα πως το κράτος λειτουργεί σε σχέση με τα θε-
μελιώδη προβλήματα της οικονομικής ζωής (τι, πόσο, για ποιόν θα παραχθεί). Ο
ρόλος του κράτους είναι καθοριστικός τόσο για θεσμικούς όσο και για οικονομι-
κούς λόγους. Έτσι, προέκυψε η ανάγκη συστηματικής εξέτασής του στα πλαίσια
της Δημόσιας Οικονομικής.
Σημαντικός κλάδος της οικονομικής επιστήμης είναι και αυτός της Νομισματι-
κής Θεωρίας. Η Νομισματική Θεωρία διαπραγματεύεται τον ρόλο του χρήματος
στην οικονομική διαδικασία. Παρότι η βασική λειτουργία του χρήματος είναι εξαι-
ρετικά απλή, στις σύγχρονες οικονομίες με την χαρακτηριστική πολυπλοκότητα
που τις διακρίνει το χρήμα αυτονομείται και δημιουργεί την δική του αγορά με
σημαντικές επιπτώσεις στα οικονομικά δεδομένα. Το χρήμα αποτελεί πλέον από
μόνο του αυτόνομο αγαθό, την λειτουργία του οποίου εξετάζει η Νομισματική Θε-
ωρία.
Τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται και συστηματοποιείται ένας νέος κλάδος των
οικονομικών, η Οικονομική του Περιβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων. Γενικά,
θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Οικονομική του Περιβάλλοντος και των Φυσικών
Πόρων ασχολείται με την σχέση ανάμεσα στην οικονομική διαδικασία και το σύγ-
χρονο περιβαλλοντικό πρόβλημα. Συγκεκριμένα, ο κλάδος αυτός εξετάζει πως η
οικονομική διαδικασία επιδρά στο περιβαλλοντικό πρόβλημα και αντιστρόφως τι
επιπτώσεις έχει το περιβαλλοντικό πρόβλημα στην οικονομική διαδικασία και στην
κοινωνική ευημερία.

 -------------------------------------

Κεφάλαιο 12


Το Ζήτημα της Βιώσιμης Ανάπτυξης
στην Οικονομική του Περιβάλλοντος


«Η θάλασσα νερό καθαρότατο και βρωμερότατο·
για τα ψάρια πόσιμο και σωτήριο,
για τους ανθρώπους άποτο και ολέθριο»
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ, Περί Φύσεως, 35 (61)

 

12.1. Εισαγωγή στην Βιώσιμη Ανάπτυξη

Ένα από τα πιο σύγχρονα και πιο πολυσυζητημένα ζητήματα της οικονομικής
του περιβάλλοντος είναι αυτό της Βιώσιμης Ανάπτυξης ή πληρέστερα οριζόμενης
ως Περιβαλλοντικά Βιώσιμης Οικονομικής Ανάπτυξης (ΠΒΟΑ). Η πρώτη ουσια-
στική εμφάνιση του όρου της Περιβαλλοντικά Βιώσιμης Οικονομικής Ανάπτυξης
γίνεται στην έκθεση Brundtland, η οποία συνιστά το αποτέλεσμα μιας πρωτοβου-
λίας του ΟΗΕ για την αντιμετώπιση της εντεινόμενης περιβαλλοντικής υποβάθ-
μισης. Ο ΟΗΕ θεσμοθέτησε το 1983 μια Διεθνή Επιτροπή για «το περιβάλλον και
την ανάπτυξη» (World Commission on Environment and Development), η οποία
συμβολικά έγινε ευρύτερα γνωστή με το όνομα της προέδρου της, της κυρίας Gro
Harlem Brundtland. Η δημιουργία της Επιτροπής ήταν το αποτέλεσμα της κοινής
διαπίστωσης ότι η υποβάθμιση του γήινου οικοσυστήματος ήταν πια εκτεταμένη,
με αποτέλεσμα να τίθενται σε κίνδυνο θεμελιώδεις λειτουργίες του. Χαρακτηρι-
στικά αναφερόταν ότι η περιβαλλοντική υποβάθμιση επέφερε πλέον μη αντιστρε-
πτές επιπτώσεις στην λειτουργία των περισσότερων και σημαντικότερων οικοσυ-
στημάτων. Κορυφαία ενδεικτικά παραδείγματα ήταν η εξασθένιση του στρώματος
του όζοντος, η συσσώρευση των αερίων του θερμοκηπίου, η επιδεινούμενη ρύ-
πανση του εδάφους και των υδάτινων πόρων και η δραστική μείωση της βιοποι-
κιλότητας. Παράλληλα παρατηρούνταν μια εντεινόμενη χρήση και εξάντληση των
μη ανανεώσιμων πόρων, συνεπικουρούμενη από εξάντληση ανανεώσιμων εξαντ-
λήσιμων πόρων.
Κύρια αιτία όλων αυτών των περιβαλλοντικών προβλημάτων θεωρήθηκε το
πρότυπο ανάπτυξης του αποκαλούμενου «δυτικού κόσμου». Χαρακτηριστικά ανα-
φερόταν ότι, εάν ολόκληρος ο τότε υπάρχον πληθυσμός της γης ζούσε με τα πρό-
τυπα του πληθυσμού της βόρειας Αμερικής, τότε θα χρειαζόταν ένα οικοσύστημα
τετραπλάσιο από το γήινο για να «υποστηρίξει» ένα τέτοιο πρότυπο ζωής.
Σε αυτά τα δεδομένα η Επιτροπή για το περιβάλλον και την ανάπτυξη παραδί-
δει την έκθεσή της το 1987. Στην έκθεση αυτή η «βιώσιμη ανάπτυξη» ορίζεται ως
το «πρότυπο εκείνο της ανάπτυξης, που επιτρέπει την ικανοποίηση των αναγκών
της παρούσας γενιάς με την ταυτόχρονη εξασφάλιση των δυνατοτήτων των μελ-
λοντικών γενεών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των δικών τους αναγκών». Στην
ίδια έκθεση η βιώσιμη ανάπτυξη προσεγγίζεται και ως «η εξελικτική διαδικασία
στα πλαίσια της οποίας η χρήση των πόρων, η κατεύθυνση των επενδύσεων, ο
προσανατολισμός της τεχνολογικής εξέλιξης και οι εξελίξεις στο θεσμικό πλαίσιο
συνεισφέρουν στην εξασφάλιση και διεύρυνση των δυνατοτήτων ικανοποίησης
των αναγκών και των φιλοδοξιών, τόσο των σημερινών πολιτών όσο και αυτών
των μελλοντικών γενεών».
Είναι προφανές ότι οι ορισμοί της βιώσιμης ανάπτυξης προβάλλουν ένα κοι-
νωνικό στόχο, ο οποίος δεν έχει ουσιαστικές επιστημονικές ερμηνείες. Το επιτα-
κτικό όμως του κοινωνικού στόχου αποτέλεσε μαγνήτη για την επιστημονική κοι-
νότητα και έγιναν συστηματικές προσπάθειες για την επιστημονική εξειδίκευσή
του. Πρωτοστάτης στην επιστημονική διερεύνηση της βιώσιμης ανάπτυξης υπήρξε
η οικονομική επιστήμη, της οποίας εξάλλου πρωταρχική οντότητα είναι η «ανά-
πτυξη». Η οικονομική επιστήμη καλλιέργησε ένα εκτεταμένο διάλογο, ο οποίος
αρχικά οδήγησε σε δυο διαφορετικές θεωρήσεις της βιώσιμης ανάπτυξης. Ουσια-
στικά διαμορφώθηκαν δυο σχολές σκέψης: η σχολή της ασθενούς (weak) και η
σχολή της ισχυρής (strong) βιωσιμότητας. Σταδιακά διαρθρώθηκαν και άλλες προ-
τάσεις με χαρακτηριστικά που διαφέρουν από αυτά των προαναφερθέντων δυο
σχολών. Τις δυο κύριες σχολές οικονομικής ερμηνείας της βιώσιμης ανάπτυξης
και τις πιο αντιπροσωπευτικές από τις νεώτερες προσεγγίσεις θα παρουσιάσουμε
σε αυτό το κεφάλαιο.
Ωστόσο, πρέπει να αναφερθεί ότι ο κοινωνικός και ως εκ τούτου και πολιτικός
στόχος της βιώσιμης ανάπτυξης τροφοδότησε μια «βιομηχανία» χρήσης του όρου
«βιώσιμη» και «βιωσιμότητα», που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν κατα-
στάσεις και εξελίξεις σε πολλά και διάφορα πεδία, που καμιά σχέση δεν έχουν με
κάθε ουσιαστικό πλαίσιο που αφορά την βιώσιμη ανάπτυξη. Στα πλαίσια αυτά,
για να αποφευχθεί κάθε σύγχυση, πρέπει να γίνει σαφέστατα κατανοητό ότι το πα-
ρόν κεφάλαιο αφορά στην έννοια της «περιβαλλοντικά βιώσιμης οικονομικής ανά-
πτυξης».

Coase 148, 161, 168

Daly 35, 296, 306, 308, 345
Georgescu-Roegen 35, 296, 310, 314, 317, 320
Mill 26, 296, 300
Pearce 341, 345
pigouvian φόροι 180
άριστο επίπεδο προστασίας 121, 125-144
αβεβαιότητα 146, 190, 250, 287, 334, 352
αξία ύπαρξης 49, 104
αξία χρήσης 49, 63
ασθενής βιωσιμότητα 340-344
άριστη κατανομή 26, 27, 38, 124-128, 150-153, 166, 167, 179, 232, 238-261, 284,317, 325-328
άδειες ρύπανσης 146, 147, 166, 186-188, 192-194, 206, 222
αρχή εξίσωσης οριακού κόστους 215
βιώσιμη ανάπτυξη 339-354
βιολογική βιωσιμότητα 351, 354
δικαιώματα ιδιοκτησίας 148, 153, 166, 167, 241
εντροπία 314
εντροπική σπανιότητα 310
εξωτερική επίδραση 129-134, 179, 180
θερμοδυναμικοί νόμοι 17, 30, 35, 122, 123, 135, 310, 311, 321
ισχυρή βιωσιμότητα 340, 344-346
Κοινοτική Οδηγία Υδάτων 337, 338
κόστος χρήσης 81, 244, 245, 261, 283, 284, 287, 327, 330,357,358

κρίσιμο φυσικό κεφάλαιο 346, 347
κριτήριο pareto 27, 124, 232, 350-353
μέσα περιβαλλοντικής πολιτικής 146, 165, 197
μονοπωλιακές συνθήκες 156-159, 248
οικονομικό κύκλωμα 23, 24, 35, 36
περιβαλλοντική πολιτική 145, 166, 173-176, 179, 198, 200
περιβαλλοντικοί φόροι 171, 182
πολλαπλοί ρυπαίνοντες 221
προδιαγραφές αυτοκινήτων 204-206
πρόθεση πληρωμής 261, 326, 328
πρόσοδος 242, 245, 258, 259, 276, 286-288
Σύστημα οικολογικής Διαχείρισης Ελέγχου (ΕΜΑS) 200-201
τεχνολογία αντιρρύπανσης 135-144, 169-177, 188-193, 201-225
υδάτινοι πόροι 323, 329, 335

Ξενόγλωσση

Allen, 1980, How to Save the World, Barnes and Noble Books, New Jersey.
Archibugi, F., Nijkamp, P. 1990, Economy and Ecology: Towards Sustainable, Kluwer, The Netherlands.
Arrow, K. J., 1951, Social Choice and Individual Values, Oxford University press.
Barbier E., 1993, Economics and Ecology, Chapman & Hall, London.
Barbier, E.B., Markandya, A. 1990, The conditions for achieving environmentally sustainable
growth , European Economic Review, Vol. 34, pp.659–669.
Baumol W., Oates W., 1988, The theory of Environmental Policy, Cambridge.
Beard, T. R., Lozada, G. A., 1999, Economics, Entropy and the Environment: The Extraordinary
Economics of Nicholas Georgescu-Roegen, Edward Elgar Publishing, Inc, UK.
Bishop, R., 1978, Endangered species and uncertainty: the economics of a safe minimum
standard, American Journal of Agricultural Economics, Vol. 60, pp.10–18.
Bithas, K., 2006, The Economics of Urban Water Use. Efficient Use and Water Pricing in
Europe, Studies in Regional Science, Vol. 36, no. 2, pp.375-391.
Bithas, K., 2006, The necessity for environmental taxes for the avoidance of environmental
thievery: A note on the paper ‘Environmental responsibility versus taxation , Ecological
Economics, vol.56, pp 159-161.
Bithas, K., 2008, Tracing Operational for the Ecologically Sustainable Economic Development:
the Pareto optimality and the preservation of the biological crucial levels, Environment
Development and Sustainability Vol 10, pp. 373-390
Bithas, K., 2008, The European Policy on Water Use at the Urban level in the context of Water
Framework Directive. Effectiveness, Appropriateness and Efficiency, European Planning
Studies Vol. 16, no 9, pp.1293-1311.
Bithas, K., 2008, The sustainable Residential Water Use: Sustainability, Efficiency and Social
Equity. The European Experience. Ecological Economics Vol. 68, pp. 221-229
Bithas K., Stoforos, C., 2006, Estimating Urban Residential Water Demand Determinants
and Forecasting water demand for Athens Metropolitan Area, 200-2010”, South-Eastern
Europe Journal of Economics, Vol. 1, pp. 1-13.
Bithas K., Christofakis M., 2006, Environmentally sustainable cities. Critical review and
operational conditions. Sustainable Development, Vol. 14 n.3 pp 177-190.
Bithas K., Nijkamp., P., 2006, Operationalising ecologically sustainable development at the
micro level: Pareto optimality and the preservation of biologically crucial levels. Int. J.
of Environment and Sustainable Development, Vol. 5, no. 2, pp 126-146.
Bormann F.X., Kellert, S.R., 1992, Ecology, Economics, Ethics: The broken Circle, Yale
University Press, New Haven.
Braden, J. B., Kolstad, C. D. (eds.)., 1991, Measuring the Demand for Environmental quality,
North Holland, Amsterdam.
Bromley, D. W., 1995, The Handbook of Environmental Economics, Blackwell Publ.
Christensen, P.P., 1989, Historical roots of ecological economics biophysical versus allocative
approaches, Ecological Economics, Vol. 1, pp.17–36.
Coase, R. H., 1960, The Problem of Social Cost, Journal of Law and Economics, Vol. 3, October,pp. 1- 44.
Dales, J. H., 1968, Pollution, Property and Prices, University of Toronto Press, Toronto.
Daly E.H., 1977, Steady-State Economics, W.H. Freeman and Company, San Francisco.
Daly H., 1990, Toward Some Operational Principles of Sustainable Development. Ecological
Economics Vol. 2 no 1 pp.1–6.
Daly, H.E. Ed., 1999, Ecological Economics and the Ecology of Economics, Essays in Criticism, Edward Elgar.
Daly, Η., 1980, Economics, ecology, ethics: Essays toward a Steady-State Economy, W.H.
Freeman and Company, San Francisco.
De Groot R., J. Van der Perk, A. Chiesura, A. van Vliet, 2003, Importance and Threat as Determining
Factors for Criticality of Natural Capital. Ecological Economics Vol 44 (2-3)pp. 187–204.
Dorfman, R., Dorfman, N., 1977, Economics of the Environment: Selected Readings, New York.
Ekins, P., 2003, Identifying critical natural capital. Ecological Economics, Vol. 44, (2–3), pp.159–163.
Ekins, Paul, S. Simon, L. Deutsch, C. Folke and R. de Groot, 2003, A framework for the
practical application of the concepts of critical natural capital and strong sustainability.
Ecological Economics Vol 44, pp. 165–185.
Field, B., 1994, Environmental Economics: An Introduction, Mcgraw-Hill, New York.
Fisher A., 1981, Resource and Environmental Economics, Cambridge University Press, Cambridge.
Garrod, G., Willis, K., 1999, Economic Valuation of the Environment, Edward Elgar Publiching, UK.
Genius M., Manioudaki M., Mokas E., Pantagakis E., Tampakakis D., Tsagarakis K.P., 2005,
Estimation of willingness to pay for wastewater treatment. Water Science & Technology:
Water Supply, Vol. 5, no. 6, pp. 105-113.
Georgescu-Roegen, N., 1971, The Entropy Law and the Economic Process, Harvard University Press, Cambridge.
Georgescu-Roegen, N., 1976, Energy and Economic Myths, Institutional and Analytical Economic Essays, Pergamon.
Georgescu-Roegen, N., 1979, Comment on the Papers by Daly and Stiglitz in Scarcity and
Growth Reconsidered, Johns Hopkins University Press, Baltimore.
Gollier, C., Koundouri, P., Pantelides T., 2008, Decreasing Discount Rates: Economic Justifications
and Implications for Long-Run Policy. Economic Policy,Vol 56 pp. 758-795.
Goodland, R., Ledec, G., 1987, Neoclassical economics and principles of sustainable development’,
Ecological Modeling, Vol. 38, pp.19–46.
Hanley N., Spash C., 1998, Cost-benefit Analysis and the Environment, Edward Elgar.
Hanley, Ν., Shorgen, J., White, B., 1997, Environmental Economics. In theory and Harvester, Hartfortshire.
Hartwick, John M., 1977, Intergenerational Equity and the Investing of Rents from Exhaustible
Resources. American Economic Review Vol 67, no5, pp.972-974.
Helm D., 1991, Economic Policy: Towards the Environment, Massachusetts: Blackwell Publishers, Cambridge.
Hicks, R, 1939 (2001), Value and Capital, Oxford University Press.
Hjalte K., Lidgren K., Stahl I.,1977, Environmental Policy and Welfare Economics, Cambridge University Press, Cambridge.
Johansson P. ,1993, Cost-benefit Analysis of Environmental Change, Cambridge University Press, Cambridge.
Kahn, C., 1979, The Act and Thought of Heraclitus, Cambridge University Press.
Kampas A, White B., 2002, Emission versus Input Taxes for Diffuse Pollution Control in the
Presence of Transaction Costs, Journal Environmental Planning and Management, Vol 45, no 1, 129-139.
Kampas A, White B., 2004, Administrative Costs and Instrument Choice for Stochastic Nonpoint
Source Pollutants, Environmental and Resource Economics, 27, pp.109-133.
Kneese, A.V., 1984, Measuring the Benefits of Clean Air and Water, Resources for the Future, Washington, D.C.
Kolstad, C., 2000, Environmental Economics, Oxford University Press, New York.
Koundouri, P., 2004, Econometrics Informing Natural Resources Management: Selected
Case Studies. Edward-Elgar Publishing
Kuik O.J., Oosterhuis F.H., Jansen H.M.A., Holm K., Ewers H.J., 1992, Assessment of Benefits
of Environmental Measures, Graham & Trotman LTD, London.
Lovelock, J., 1992, The Ages of Gaia: A Biography of Our Living Earth, Oxford University Press, Oxford.
Markandya, A., Richardson J., 1993, Environmental Economics, Earthscan Publications, London.
Markantonis, V., Bithas, K., 2010, The application of the Contingent Valuation method in
estimating the climate change mitigation and adaptation policies in Greece. An expertbased
approach.. Journal of Environment, Development and Sustainability. Vol 12, no 5, pp.807-824.
Mavromati, G, Bithas K., 2010, Ecologically Sustainable Economic Development in Aquatic
Ecosystems. From Theory to Environmental Policy. Sustainable Development , Vol.
Mitchell, R., Carson, R., 1989, Using surveys to Value Public Goods: The Contingent Method,
The Johns Hopkins University Press, Washington, DC.
Nijkamp, P., 1977, Theory and Applications of Environmental Economics, North-Holland, Amsterdam.
Norgaard, R., 1984, Coevolutionary development potentials, Land Economics, Vol. 60, no.2, pp.160-73.
Oates, W., 1992, The Economics of the Environment, Edward Elgar Publishing, USA.
Papandreou, A., 1998, Externality and Institutions. Oxford University Press, New York; Clarendon Press, Oxford.
Pareto, V., 1964, Cours d’Economique Politique, Droz, Geneva.
Passet, R., 1979,. L economique et le vivant, Payot, Paris.
Pearce D., 1998, Economics and Environment, Edward Elgar, Cheltenham UK.
Pearce D.W., 1978, Environmental Economics, Longman, New York.
Pearce, D. Atkinson, G., 1993, Capital theory and the measurement of sustainable development:
an indicator of ‘weak’ sustainability, Ecological Economics, Vol. 8, no. 2, pp. 103-108
Pearce, D., Turner, K., 1991, Economics of Natural Resources and the Environment, John
Hopkins University Press, Baltimore.
Pearce, D., Markandya, A., Barbier, E., 1989, Blueprint for a Green Economy, Earthscan, London.
Pearce, D., 1988, Economics, Equity, and Sustainable Development. Futures Vol. 20, no. 6, pp. 598–605
Perrings, C., 1990, Economy and the Environment, Cambridge University Press, Cambridge.
Pezzey, J., 1989, Economic Analysis of Sustainable Growth and Sustainable Development,
Environmental department Working Paper No. 15, World Bank.
Repetto, R. C. 1986, World Enough and Time: Successful Strategies for Resource Resources
for the Future, Washington, D.C.
Ricardo, D., 1926, Principles of Political Economy and Taxation, Everyman, London.
Sartzetakis E.S., 1997, Tradable Emission Permits Regulations in the Presence of Imperfectly
Competitive Product Markets: Welfare Implications, Environmental and Resource Economics, Vol. 9, pp 65-81.
Siebert, H.,1987, Economics and the Environment, Springer-Verlag, Berlin.
Solow, Robert M., 1986, On the Intergenerational Allocation of Natural Resources. Scandinavian
Journal of Economics Vol 88, no1, pp.141-149.
Swanson, T., Johnston, S., 1999,. Global Environmental Problems and International Environmental
Agreements, Edward Elgar, Cheltenham UK.
Tietenberg, T., 1985, Emissions Trading: An Exercise in Reforming Pollution Policy, Resources
for the Future, Massachussetis.
Tisdell C., 1993, Environmental Economics, Edwar Elgar, Vermont.
Turner R.K., 1993, Sustainable Environmental Economics and Management, Belhaven Press, London.
Vig, N. J., and Kraft, M. E.,1990, Environmental Policy in the 1990’s, Congressional Quarterly
Press, Washington, D.C.
WECD,1987, Our Common Future, Oxford University Press, Oxford.
Xalkos, G.,1995,. Economic incentives for optimal cultur abatement in Europe, Energy Sources, Vol 15, no 5, pp. 517-534.
Xalkos, G.,1998, Evaluating the direct costs of controlling NOx emissions in Europe, Energy Sources, Vol 20, no 3, pp.223-239.
Xenarios S., Bithas K., 2007, Extrapolating the benefits arising from the compliance of urban
wastewater systems with the Water Framework Directive, Desalination Journal, Vol211, pp. 200–211.
Xenarios S., Bithas K.,2009, Valuating the Receiving Waters of Urban Wastewater Systems
through a Stakeholder-based Approach, Water Resources Development, Vol. 25, no. 1, pp.123-140
Xepapadeas, A.,1997, Advanced Principles in Environmental Policy, Edward Elgar.

Ελληνική

Stiglitz, J., 1992, Οικονομική του Δημόσιου Τομέα, Κριτική, Αθήνα.
Tietenberg, T. 1997, Οικονομική του Περιβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων, Gutenberg, Αθήνα.
Βλάχου, Α., 2002, Οικονομική του Περιβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων, Κριτική. Αθήνα.
Κανελλόπουλος, Α., 1985, Οικολογία και Οικονομική του Περιβάλλοντος,
Καράγιωργα, Δ., 1979, Δημόσια Οικονομική. Οι οικονομικές λειτουργίες του κράτους. Παπαζήσης.
Κώττης, Γ., 1994, Οικολογία και Οικονομία, Παπαζήσης, Αθήνα.
Μπίθας, Κ.Π., 2001, Βιώσιμες Πόλεις: Θεωρία- Πολιτική, Τυπωθήτω, Αθήνα.
Σκούρτος Μ., Σοφούλης Κ., 1995, Η Περιβαλλοντική Πολιτική στην Ελλάδα: Ανάλυση του
Περιβαλλοντικού Προβλήματος από τη σκοπιά των Κοινωνικών Επιστημών, τυπωθήτω, Αθήνα.
Χάλκος, Γ., 1996, Περιβάλλον: προστασία με χρήση οικονομικών μέσων ή με την επιβολή
προτύπων, Οικονομικός Ταχυδρόμος, 8 Φεβρουαρίου, 6, 40-43.
Χάλκος, Γ., 2001, Το κόστος καταπολέμησης της ρύπανσης στην Ευρώπη, Ενέργεια, Μάιος-Ιούνιος, Τεύχος 67, 36-39.

 

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ